Στις περισσότερες διαφορές γονικής μέριμνας, η οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου εκδίδεται μετά από έναν αρκετά χρονοβόρο και πολυέξοδο κύκλο προσωρινών διαταγών, ασφαλιστικών μέτρων, αναβολών και συζητήσεων. Αν ασκηθεί έφεση, το Εφετείο θα επανεξετάσει την υπόθεση και αναλόγως είτε θα ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου και θα δικάσει την υπόθεση είτε θα την επικυρώσει και η υπόθεση θα τελεσιδικήσει.

Έως τότε η απόφαση του Πρωτοδικείου ισχύει. Αν βέβαια υπάρχει κίνδυνος ή επείγουσα ανάγκη, μπορεί (υπό αυστηρές προϋποθέσεις) με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να ρυθμιστεί αλλιώς η κατάσταση.

Μετά την τροποποίηση του 1536 ΑΚ με τη γνωστή τροπολογία, το μέρος που έχει ασκήσει την έφεση μπορεί, επικαλούμενο μεταβολή των συνθηκών, να ζητήσει να αλλάξει η απόφαση μέχρι την έκδοση απόφασης από το Εφετείο. Προστίθεται δηλαδή ένα, αμφίβολης δικονομικής φύσεως, μέσο για να παρακαμφθεί η οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου, χωρίς την επίκληση σοβαρού κινδύνου ή επείγουσας ανάγκης, λίγο μετά την έκδοσή της και ενώ επίκειται η επικύρωση ή η ανατροπή της από το (ανώτερο) δικαστήριο του β’ βαθμού.

Η νέα διάταξη προκαλεί σοβαρά ερωτηματικά τόσο ως προς την εφαρμογή της και τη συμφωνία της με βασικούς δικονομικούς κανόνες όσο και ως προς την ανάγκη θέσπισής της και τις συνέπειες που θα έχει, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου που έχει δημιουργήσει ο νόμος για τη συνεπιμέλεια.

Ποιο είναι αυτό το πλαίσιο;

Η θέσπιση της συνεπιμέλειας ως υποχρεωτικής βασίστηκε στη, σε μεγάλο βαθμό, αυθαίρετη παραδοχή ότι το άτομο που ασκεί την αποκλειστική επιμέλεια είναι εξ ορισμού εκδικητικό και θα προσπαθήσει να αποξενώσει τα παιδιά από τον άλλο γονέα. Την ίδια στιγμή, η συνεπιμέλεια ως μοντέλο υπήρχε και πριν από την ψήφιση του νόμου και χρησιμοποιούνταν, όχι σπάνια, από τα δικαστήρια όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν και με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού.

Ο νόμος για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια προέκυψε μετά από ένα ισχυρό lobbying, καταλήγοντας να εξυπηρετεί κάθε κακοποιητή που επιθυμεί να συνεχίσει τον έλεγχο του θύματος χρησιμοποιώντας εργαλειακά τα παιδιά και συχνά θέτοντάς τα σε κίνδυνο. Η «απειλή» της δικαστικής επιδίωξης συνεπιμέλειας έχει ωθήσει γυναίκες σε δυσμενείς και άδικες συμφωνίες, σε απόσυρση καταγγελιών/μηνύσεων ή στη μη καταγγελία περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας.

Περιπτώσεις καταχρηστικών αγωγών και καταγγελιών,

οι οποίες άνθισαν μετά την ψήφιση του νόμου για τη συνεπιμέλεια, είναι γνωστές και είναι ικανές να δώσουν μια εικόνα των συνεπειών αυτού του κάκιστου νόμου:

  • αγωγές για συνεπιμέλεια από προηγουμένως πλήρως αδιάφορους ή κακοποιητικούς γονείς
  • αγωγές για κακή άσκηση επιμέλειας με επίκληση της αστήρικτης θεωρίας της γονεϊκής αποξένωσης με σκοπό την εκδίκηση, τη μείωση της διατροφής ή τον έλεγχο της πρώην συζύγου ή την εξακολούθηση της κακοποίησης συζύγου ή/και παιδιών
  • ++ καταγγελίες στην αστυνομία και τα συνακόλουθα ποινικά δικαστήρια για μη συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις

Σκοπός τέτοιων ενεργειών είναι η ψυχική και οικονομική εξάντληση του πιο αδύναμου και ευάλωτου μέρους, ώστε να οδηγηθεί στην παραίτηση ή σε κάποιον συμβιβασμό.

Σε αυτό το πλαίσιο, όπου οι κακοποιητές έχουν κυριολεκτικά μετατρέψει την προσφυγή στη δικαιοσύνη σε μέσο ταλαιπωρίας και εξάντλησης, είναι δύσκολο να κατανοήσουμε πώς η προσθήκη της δυνατότητας άσκησης αγωγής προτού τελεσιδικήσει η απόφαση και ενώ υπάρχει πάντα η δυνατότητα των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να αμβλύνει τις συνέπειες του νόμου για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια. Η διάταξη προσθέτει ένα ακόμη μέσο για την εξάντληση και την πρόκληση αβεβαιότητας στην καθημερινότητα των προσώπων που αφορά η απόφαση.

Και αυτά είναι τα παιδιά και, συνήθως, οι γυναίκες επιζώσες ενδοοικογενειακής βίας, που ως τέτοιες είναι ψυχικά ευάλωτές και συχνά οικονομικά αδύναμες, γιατί συνήθως η βία σε αυτό το πλαίσιο έχει και τέτοιες όψεις (αποξένωση από οικονομικά μέσα κατά τη διάρκεια του γάμου, αποτροπή από την επιδίωξη επαγγελματικής εξέλιξης κ.λπ.).

Ακόμη λοιπόν και αν σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευνοϊκά από το αδύναμο μέρος, το γενικό πλαίσιο δείχνει ότι θα είναι μάλλον επιβλαβής.

Η υπεράσπιση της Όλγας Κεφαλογιάννη

Στον βαθμό λοιπόν που η τροποποίηση αυτή αναμένεται να έχει αυτά τα αποτελέσματα, το γεγονός ότι η Όλγα Κεφαλογιάννη πιθανόν; χρησιμοποίησε τη θέση, την επιρροή και την εξουσία της για να ψηφιστεί μια διάταξη που εξυπηρετεί προσωρινά την ίδια αλλά είναι ιδιαίτερα πιθανό να πλήξει τις περισσότερες επιζώσες ενδοοικογενειακής βίας είναι εξοργιστικό.

Το ότι στοχοποιείται από το lobby των ενεργών μπαμπάδων δεν την καθιστά φίλη μας (με τη λογική του the enemy of my enemy), αφού ούτως ή άλλως, στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν από τη ψήφιση του νόμου, δεν έχει κάνει, φανερά τουλάχιστον, καμία ενέργεια για την τροποποίησή του και την άρση των τραγικών συνεπειών που έχει επιφέρει σε μεγάλη μερίδα των γυναικών.

Ο νόμος για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια πρέπει να καταργηθεί ως ένας επικίνδυνος για κάθε επιζώσα και επιζών ενδοοικογενειακής κακοποίησης, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, και ακραία αντιφεμινιστικός νόμος, που βασίζεται σε αστήρικτες θεωρίες και ψεύτικα στερεότυπα και έχει μέχρι σήμερα ταλαιπωρήσει και εκθέσει σε συνέχιση της κακοποίησης δεκάδες γυναίκες και παιδιά.